Ο καρκίνος της ουροδόχου κύστης (ΚΟΚ) είναι ο ένατος  σε συχνότητα καρκίνος του ανθρωπίνου σώματος, και η πιο συχνή ιστολογική του μορφή είναι το καρκίνωμα εκ μεταβατικού επιθηλίου, ή απλά «Θήλωμα» ουροδόχου κύστης όπως είναι η ονομασία με την οποία την γνωρίζει ο πιο πολύ κόσμος.

Ο πιο συχνός τρόπος παρουσίασης του ΚΟΚ είναι η παρουσία αίματος στα ούρα ( Αιματουρία ),  που είτε μπορούμε να τη δούμε χωρίς βοήθεια (μακροσκοπική αιματουρία), είτε μπορούμε να τη δούμε μόνο με μικροσκόπιο (μικροσκοπική αιματουρία).

Άλλα λιγότερο συχνά συμπτώματα είναι ο πόνος κατά την ούρηση, η δυσκολία κατά την ούρηση, και η επίμονη τάση για ούρηση παρ όλο που η κύστη είναι πρακτικώς άδεια, αλλά και διάφορα άλλα συμπτώματα πιο προχωρημένης νόσου.

Πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι τα παραπάνω συμπτώματα και σημεία δεν εμφανίζονται μόνο στον ΚΟΚ αλλά και σε άλλες παθήσεις όπως φλεγμονές ή λιθιάσεις, και είναι δουλειά του ουρολόγου να προσδιορίσει την αίτια τους.

Ως προς τα αίτια, το κάπνισμα και η μη επαρκής λήψη νερού συγκεντρώνουν  αποδεδειγμένα τα πιο πολλά στοιχεία  για την πρόκληση του ΚΟΚ . Η επαγγελματική έκθεση σε τοξίνες είναι και αυτή σημαντική αιτία ανάπτυξης του ΚΟΚ. Επαγγέλματα που είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο από τον υπόλοιπο πληθυσμό είναι οι εργαζόμενοι σε ελαστικά, μπαταρίες, δέρματα,  οδηγοί λεωφορείων ή ταξί, μηχανικοί σε μηχανουργεία, και κομμωτές.

Στην εποχή μας κληρονομικότητα με την μορφή ογκογονιδίων επίσης έχει ενοχοποιηθεί για την τάση κάποιων ανθρώπων να αναπτύσσουν πιο εύκολα ΚΟΚ.

Όσον αφόρα την προφύλαξη από αυτή τη νόσο η μόνη αποδεδειγμένη πρακτική για μείωση της συχνότητας του καρκινώματος είναι η άφθονη λήψη νερού ( περίπου 1,5 λίτρα κάθε μέρα).  Άλλες τροφές που υπάρχουν ενδείξεις αλλά όχι αποδείξεις ότι βοηθούν στη πρόληψη είναι τα εσπεριδοειδή, τα καρότα, τα πράσινα λαχανικά, και τα μπρόκολα.

Η διάγνωση  του ΚΟΚ γίνεται κυρίως με κυστεοσκόπηση κατά την οποία ένα  εργαλείο επίμηκες (το κυστεοσκόπιο) εισέρχεται με αναισθησία μέσα στην ουρήθρα και από εκεί στη ουροδόχο κύστη  και έτσι ο ουρολόγος έχει άμεση εικόνα της βλάβης και δυνατότητα βιοψίας αυτής . Δείτε εδώ μια κυστεοσκοπική εικόνα ενός μονήρους θηλώματος από περιστατικό μου.

Η κυτταρολογική εξέταση ούρων επίσης προσφέρει διαγνωστική βοήθεια σε κάποιες περιπτώσεις.

Κατά καιρούς έχουν προταθεί διάφορες μέθοδοι διάγνωσης του καρκινώματος της κύστης βασιζόμενες στους μεθόδους την μοριακής βιολογίας. Καμιά όμως από αυτές τις μεθόδους δεν υποκαθιστά την αξία της κυστεοσκόπησης και της βιοψίας της βλάβης.

Η βιοψία λοιπόν της βλάβης (του θηλώματος)  είναι η ουσιαστικότερη πράξη  για την διάγνωση και την κατηγοριοποίηση του καρκινώματος. Αυτή μπορεί να γίνει με δυο τρόπους:
Είτε Α)  με κοινή βιοψία που γίνεται με μα μικρή λαβίδα που εισέρχεται μέσω του κυστεοσκοπίου και η οποία μας επιτρέπει διάγνωση αλλά δεν μπορούμε να δούμε το βάθος που έχει φτάσει αυτή, Είτε Β )  με διουρηθρική βιοψία (με εξαίρεση του όγκου)  που είναι στο επίπεδο της επέμβασης (γίνεται με λίγο μεγαλύτερο εργαλείο και με πιο εκτεταμένη αναισθησία), αλλά μας επιτρέπει να ορίσουμε και την κακοήθεια ή όχι της βλάβης αλλά και το βάθος της επέκτασης αυτής.

Από την στιγμή λοιπόν που θα διαγνωστεί η κακοήθεια της βλάβης, το αμέσως επόμενο και σημαντικότατο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι πόσο βαθιά (στο τοίχωμα της ουροδόχου  κύστης) είναι η επέκταση της βλάβης.

Οι κακοήθεις όγκοι της κύστης λοιπόν χωρίζονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες: τους επιφανειακούς και τους διηθητικούς ( αυτούς που πάνε  βαθιά στο τοίχωμα της κύστης) .

Η θεραπεία αυτών των δύο κατηγοριών  διαφέρει ριζικά (τουλάχιστον σε γενικές γραμμές) . Τα επιφανειακά καρκινώματα της ουροδόχου κύστης μπορούν να αφαιρεθούν διουρηθρικά. Μετά την επιφανειακή αφαίρεση επικουρικό ρόλο στη θεραπεία έχουν και οι ενδοκυστικές εγχύσεις φαρμάκων για άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα.

Οι διηθητικοί όγκοι οι οποίοι είναι και οι  πιο επικίνδυνοι  δεν θεραπεύονται επαρκώς με την διουρηθρική αφαίρεση, και χρειάζεται η πραγματοποίηση χειρουργικών επεμβάσεων του τύπου της ριζικής κυστεκτομής και της εκτροπής των ούρων .

Τέλος ακτινοβολία και η χημειοθεραπεία (πριν ή μετά την χειρουργική επέμβαση, αλλά και χωρίς αυτήν)  μπορεί να χορηγηθούν σε περιπτώσεις που το απαιτούν .

Για τους ασθενείς με διηθητικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης εφαρμόζω τις εξής μορφές χειρουργικής θεραπείας

Α)  Ρομποτική Ριζική Κυστεκτομή 

Β) Λαπαροσκοπική Ριζική Κυστεκτομή

Γ) Ανοιχτή Ριζική Κυστεκτομή (την εφαρμόζω πλέον  σε περιπτώσεις που είναι τελείως επιβεβλημένη)

Κων/νος Καλύβας FEBU MSc

Χειρουργός Ουρολόγος